Το νέο βιβλίο του κριτικού κινηματογράφου Γιάννη Γκροσδάνη (Εκδόσεις Αιγόκερως) αποτελεί μια διεισδυτική μελέτη πάνω στις αναπαραστάσεις φύλου και σεξουαλικότητας στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, μέσα από το έργο του Παντελή Βούλγαρη – ενός από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Με θεωρητικό υπόβαθρο τις σπουδές φύλου και τη φεμινιστική θεωρία, το βιβλίο φωτίζει πλευρές του ελληνικού κινηματογράφου που παραμένουν επίκαιρες και αποκαλυπτικές.
-Τι σε οδήγησε να ασχοληθείς με το έργο του Παντελή Βούλγαρη μέσα από το πρίσμα των έμφυλων προτύπων;
Πρώτα απ’ όλα να πούμε πως η έρευνα ξεκίνησε ως διπλωματική στο πλαίσιο παρακολούθησης του μεταπτυχιακού προγράμματος «Νέες Μορφές Εκπαίδευσης και Μάθησης», που πραγματοποιείται στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στη Ρόδο. Επιβλέπουσα της διπλωματικής ήταν η καθηγήτρια Μαρία Γκασούκα. Συνδυάζοντας την αγάπη μου για τον κινηματογράφο σε σχέση με τα θέματα του φύλου που υπήρχαν στο πρόγραμμα του μεταπτυχιακού μου με ενδιέφερε να διερευνήσω πώς οι ταινίες του Παντελή Βούλγαρη αναπαριστούν τις γυναίκες και τα έμφυλα πρότυπα της εποχής, φωτίζοντας παράλληλα τις σύγχρονες φεμινιστικές αναγνώσεις τους.
-Πώς διάλεξες τις πέντε συγκεκριμένες ταινίες που αναλύεις στο βιβλίο;
Η επιλογή των ταινιών βασίστηκε κυρίως στην έντονη και καθοριστική παρουσία της γυναίκας και στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός προσεγγίζει, αναδεικνύει και ερμηνεύει τη θέση της μέσα στον κόσμο που κινηματογραφεί. Για τον ίδιο τον Βούλγαρη οι γυναικείοι χαρακτήρες είχαν πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον με ότι προσφέρουν στην δραματουργική ανάλυση των ιστοριών τους. Η αρχική μορφή της διπλωματικής μου εργασίας περιλάμβανε τις τέσσερις από τις πέντε ταινίες: Το Προξενιό της Άννας, Τα Πέτρινα Χρόνια, Τις Νύφες και τη Μικρά Αγγλία. Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου υπήρχαν εξαρχής στο μυαλό μου, όμως η χρονική πίεση για την παράδοση της εργασίας και οι ερευνητικές δυσκολίες γύρω από την ταινία δεν μου επέτρεψαν τότε να ολοκληρώσω το κεφάλαιο που είχα σχεδιάσει.
-Υπήρξε κάποια ταινία του Βούλγαρη που σε δυσκόλεψε περισσότερο στην ερμηνεία της;
Καταρχάς, η βασική μου δυσκολία ήταν η περιορισμένη ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα του φύλου στον κινηματογράφο. Έτσι, χρειάστηκε να στηριχθώ σε μεγάλο βαθμό σε ξενόγλωσσες (κυρίως αγγλόφωνες) πηγές. Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου αποδείχθηκαν από την αρχή η πιο απαιτητική και δύσκολη ταινία. Κι αυτό γιατί ήταν η μόνη με απελπιστικά περιορισμένες βιβλιογραφικές αναφορές στα δάχτυλα του ενός χεριού, ενώ διαφοροποιούνταν αισθητά και από το ερευνητικό σχήμα που εφάρμοσα στις υπόλοιπες ταινίες, που είχαν μέσα πλούσια στοιχεία κοινωνιολογικά και ιστορικά. Οι Ήσυχες Μέρες εστιάζουν στις γυναίκες της σύγχρονης εποχής, οι ιστορίες συμπλέκονται και παρουσιάζονται αποσπασματικά δημιουργώντας ένα μωσαϊκό συναισθημάτων και εμπειριών. Πρόκειται για μια έντονα ψυχολογική και συναισθηματική ταινία, που αγγίζει θέματα όπως η μοναξιά, η αποξένωση και η ανάγκη για συντροφικότητα και αγάπη – στοιχεία που θα μπορούσαν εύκολα να αντικατοπτρίζουν 35 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας και τη σημερινή, δική μας καθημερινότητα. Όλο το κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο ειδικά για το φύλο βγαίνει επομένως μέσα από αυτό το μωσαϊκό συναισθημάτων.
-Με ποια θεωρητικά εργαλεία δούλεψες κυρίως – προέρχονται περισσότερο από τις σπουδές φύλου ή από την κινηματογραφική θεωρία;
Στη μελέτη μου συνδύασα εργαλεία τόσο από τις σπουδές φύλου όσο και από την κινηματογραφική θεωρία. Ανάλογα με την ταινία και το ζητούμενο, χρησιμοποιούσα τη θεωρία φύλου για να αναλύσω τη θέση και τη δυναμική των γυναικείων χαρακτήρων, ανάλογα με το κοινωνικό status, την οικογένεια, την τοπική κοινωνία, την πολιτική και κοινωνική ιστορία. Η κινηματογραφική θεωρία με βοήθησε να εξετάσω τη γλώσσα, τη σύνθεση και τις αφηγηματικές τεχνικές του Βούλγαρη. Ο συνδυασμός τους επέτρεψε μια πολυεπίπεδη ανάγνωση, πάνω στα πρόσωπα των ηρωϊδων του, που συνδέει την κοινωνική διάσταση με την αισθητική και τη δομή της ταινίας.
-Ποια ανακάλυψη ή συμπέρασμα σε εξέπληξε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου;
Νομίζω πως ήταν κάτι συνολικό για όλες τις ταινίες. Ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένας εξαιρετικός μελετητής και παρατηρητής της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα. Είναι απίστευτός ο υπόγειος, εσωτερικός σχολιασμός που κάνει για την εποχή κάθε ταινίας. Σε αυτό ίσως έχει σημασία ότι ο ίδιος δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Μελετούσε κάθε λεπτομέρεια με προσοχή και επίσης ζούσε το γύρισμα κάθε ταινίας με έναν έντονο βιωματικό τρόπο προσπαθώντας να συνδεθεί συναισθηματικά με τους χαρακτήρες των σεναρίων του.
-Πιστεύεις ότι ο ίδιος ο Βούλγαρης έχει συνειδητή στάση απέναντι στα ζητήματα φύλου ή αυτά αναδύονται έμμεσα μέσα από τις ιστορίες του;
Είναι μια σκέψη που με συνόδευε σε όλη την διάρκεια της συγγραφής καθώς λέξεις-κλειδιά όπως #metoo, #cancel, #woke έσκαγαν παράλληλα στην επικαιρότητα. Η απάντηση ωστόσο είναι πιο απλή από όσο περιμένει κανείς. Νομίζω πως ο ίδιος ο Παντελής Βούλγαρης δεν στόχευε σε τέτοιες κατευθύνσεις. Είναι κατά βάση ένας ουμανιστής, ένας ανθρωπιστής δημιουργός. Η σχέση του με την γυναίκα, όπως λέει και ο ίδιος, είναι καθαρά ανθρώπινη και βιωματική. Κάπου εκεί μέσα, όμως, βλέπουμε και τη φεμινιστική διάσταση των ταινιών του. Όταν οι γυναίκες της Άνδρου μαζεύονται για να σταθούν η μία στην άλλη στις μεγάλες μοναξιές τους, όταν η υπηρέτρια-ψυχοκόρη μιας μεσοαστικής αθηναϊκής οικογένειας σηκώνει το βλέμμα της για να κοιτάξει στα μάτια την οικογένεια-αφεντικά της, όταν κάποιες από τις Νύφες επιλέγουν το δικό τους πεπρωμένο και όχι έναν γάμο κατά παραγγελία
.-Υπάρχει κάποιος γυναικείος χαρακτήρας στο έργο του που θεωρείς πιο «ανατρεπτικό» σε σχέση με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής του;
Νομίζω πως όλες οι γυναίκες στο έργο του Βούλγαρη κρύβουν μέσα τους δυναμικά στοιχεία, ακόμη κι όταν αυτά δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Σε ορισμένες η δυναμική αυτή εκδηλώνεται πιο καθαρά. Για παράδειγμα, η Μόσχα στη Μικρά Αγγλία ξεκινά αμφισβητώντας το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της Άνδρου, ανοίγοντας ρήγματα σε έναν αυστηρά καθορισμένο κόσμο. Ωστόσο, υπάρχουν και γυναίκες για τις οποίες η σύγκρουση με το περιβάλλον τους είναι πολύ πιο σκληρή. Η Ελένη στα Πέτρινα Χρόνια δύσκολα θα μπορούσε να «κάτσει στο σπίτι της», όπως θα απαιτούσε η κοινωνία. Αντίθετα, επιλέγει να βγει μπροστά, να ζήσει και να αγωνιστεί υπερασπιζόμενη τις ιδέες της και την ζωή της μέσα στο ασφυκτικό, συντηρητικό, μετεμφυλιακό κράτος του 1960. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και η Χαρώ από τις Νύφες, η οποία αρνείται τελικά τη μοίρα που της έχουν ορίσει. Διεκδικεί το σώμα και τη ζωή της, ακόμη κι αν αυτό την οδηγεί σε ένα δραματικό μονοπάτι. Όλες αυτές οι ηρωίδες, καθεμία με τον δικό της τρόπο, δείχνουν πως ο Βούλγαρης προσεγγίζει τις γυναίκες ως σύνθετες προσωπικότητες: εύθραυστες αλλά και αποφασιστικές, εγκλωβισμένες αλλά και ικανές να αμφισβητήσουν, να αντισταθούν.
-Πώς αντιμετωπίζεις τη σχέση ανάμεσα στη δημιουργική πρόθεση του σκηνοθέτη και στη σημερινή φεμινιστική ή queer ανάγνωση των ταινιών του;
Αισθάνομαι πως η σχέση ανάμεσα στη δημιουργική πρόθεση του Παντελή Βούλγαρη και στις σημερινές φεμινιστικές ή queer αναγνώσεις των ταινιών του δεν είναι γραμμική· απαιτεί να εξετάσουμε δύο παράλληλες διαστάσεις. Από τη μία, ο σκηνοθέτης δημιουργούσε τις ταινίες αυτές μέσα στο δικό του ιστορικό, κοινωνικό και κινηματογραφικό πλαίσιο: η Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 και του ’80, η λογοκρισία, οι κοινωνικές νόρμες για το φύλο και την οικογένεια διαμόρφωναν το πώς παρουσιάζονταν οι γυναίκες και οι σχέσεις τους στην οθόνη. Η τελευταία ταινία της μελέτης (Η Μικρά Αγγλία) προβλήθηκε στις αίθουσες λίγο πριν ξεσπάσει το #metoo. Η πρόθεση του Βούλγαρη, όπως είπα, δεν ήταν απαραίτητα να παράγει «φεμινιστικό» σινεμά· ήταν να αφηγηθεί ιστορίες που να συνδέονται με τη συλλογική μνήμη, τα συναισθήματα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Oι σύγχρονες φεμινιστικές και queer αναγνώσεις έρχονται τώρα και αναδεικνύουν ωστόσο κρυφές δυναμικές και σχέσεις στις ταινίες του, καθιστώντας το έργο του επίκαιρο και ανοιχτό σε νέο διάλογο για το φύλο και την ταυτότητα.
-Πιστεύεις ότι οι ταινίες αυτές εξακολουθούν να επηρεάζουν το πώς βλέπουμε σήμερα τις έμφυλες ταυτότητες στον ελληνικό κινηματογράφο;
Χωρίς αμφιβολία, ναι. Αν βγείτε σήμερα στο δρόμο η Άννα, η Ελένη, η Νίκη και η Χαρώ, η Αλέκα, η Μαρία, η Ειρήνη, η Όρσα και η Μόσχα είναι όλες εκεί έξω, ζουν, περπατάνε, σκέφτονται, αναπνέουν. Αυτό είναι κάτι που συζητούσαμε στις συνεντεύξεις με όλες τις ηθοποιούς που ενσάρκωσαν αυτές τις γυναίκες. Παρά τις όποιες βελτιώσεις στον κοινωνικό χώρο, δεν έχουν αλλάξει και πολλά από την στιγμή που γεννήθηκαν οι ιστορίες τους μέχρι σήμερα. Από την άλλη πιστεύω ότι γενικά το έργο του Παντελή Βούλγαρη έχει περάσει από διάφορα στάδια. Στην διαδρομή αυτή τίποτα δεν ήταν εύκολο για τον ίδιο και τις ταινίες του. Φτάνοντας όμως στο σήμερα –και αυτό είναι το θετικό– πιστεύω ότι οι ταινίες αυτές αγκαλιάζονται με ζεστασιά και από το νεότερο κοινό και «ξαναδιαβάζονται» ακριβώς γιατί πέρα από εξαιρετικό σινεμά μας δείχνουν και μια ιστορική πραγματικότητα, ένα παρελθόν που δεν έχουμε άλλο τρόπο για να το εμπεδώσουμε σε σχέση με την πολιτική, την κοινωνία και το φύλο.
-Αν έκανες ένα σεμινάριο πάνω στο θέμα, ποια σκηνή θα διάλεγες ως πιο χαρακτηριστική για να δείξεις πώς λειτουργούν τα έμφυλα πρότυπα στο έργο του Βούλγαρη;
Νομίζω κάθε ταινία έχει αντίστοιχα παραδείγματα. Το πως τα μέλη μιας οικογένειας αντιλαμβάνονται τον ρόλο μιας νεαρής γυναίκας, που την θεωρούν ψυχοκόρη τους, ως αναλώσιμη ή πως ένα κρατικό πολιτικό-δικαστικό-σωφρονιστικό κατεστημένο που αποτελείται μόνο από άνδρες κρίνει μια γυναίκα για την ζωή της και τις πολιτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις της ή το τηλεφωνικό σεξ σε μια απρόσωπη σχέση στο σήμερα λειτουργεί στη μοναξιά μιας γυναίκας ή πως μια μικρή κοινωνία όπως αυτή της Άνδρου κατά το μεσοπόλεμο έχει μοιράσει τον δημόσιο χώρο ανάλογα με το φύλο είναι όλα εξαιρετικά παραδείγματα.
-Πώς βλέπεις την παρουσία των γυναικών πίσω από την κάμερα στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο – έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικά;
Όταν προβλήθηκε Το Προξενιό της Άννας, το 1972, οι γυναίκες δημιουργοί στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν ελάχιστες. Η πρώτη σκηνοθέτις που τιμήθηκε ουσιαστικά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν η Τόνια Μαρκετάκη το 1973, μόλις δεκατρία χρόνια από το ξεκίνημα του θεσμού, ενώ χρειάστηκαν να περάσουν άλλα 25 χρόνια μέχρι να τιμηθεί ξανά γυναίκα δημιουργός – η Αγγελική Αντωνίου το 1997, με ότι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο. Στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ωστόσο, τρεις ταινίες νέων γυναικών δημιουργών διακρίθηκαν, γεγονός που δείχνει πως η πορεία προς την ισότητα συνεχίζεται, έστω και αργά.
Φυσικά η παρουσία των γυναικών στον ελληνικό κινηματογράφο δεν μετριέται μόνο με βραβεύσεις. Η παρουσία τους πίσω από την κάμερα στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως στις νεότερες γενιές δημιουργών. Υπάρχουν πλέον όχι μόνο αξιόλογες σκηνοθέτιδες, αλλά επίσης διευθύντριες φωτογραφίας, ενδυματολόγοι, παραγωγοί, κ.α. που ανανεώνουν την οπτική και τα θέματα του σινεμά μας, φέρνοντας φεμινιστικές και κοινωνικές ευαισθησίες στην αφήγηση. Ωστόσο, είναι σαφές ότι, παρά την πρόοδο, υπάρχει ακόμη δρόμος να διανύσουμε μέχρι να επιτευχθεί η ουσιαστική ισότητα ευκαιριών και να εξαλειφθούν πλήρως τα στερεότυπα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τον χώρο.
-Ποιο θα ήθελες να είναι το επόμενο σου βήμα ως ερευνητή ή συγγραφέα; Σκέφτεσαι να συνεχίσεις σε παρόμοια θεματική;
Καθώς έγραφα αυτή την έρευνα γεννήθηκαν αρκετές σκέψεις που με έβαζαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Το θέμα του φύλου στον ελληνικό κινηματογράφο αλλά και η ιστορία του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου με απασχολούν αρκετά. Αισθάνομαι πως είναι δύο πεδία που οφείλουμε να αναδείξουμε περισσότερο. Για την ώρα συμμετέχω σε μια ομαδική έρευνα της Π.Ε.Κ.Κ. (μαζί με τους συναδέλφους Δημήτρη Καλαντίδη και Άγγελο Πολύδωρο) για έναν τόμο που θα αφορά την ιστορία της κριτικής κινηματογράφου στην Ελλάδα από το 1975 και μετά. Έχω αναλάβει το κομμάτι που αφορά την Θεσσαλονίκη, που είναι διαχρονικά ένα σπουδαίο κέντρο σε ότι αφορά την κριτική και την αρθρογραφία και έχει αναδείξει σπουδαίες πένες που αργότερα διαμόρφωσαν ριζικά τον χώρο.
